στεγανός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: στεγνός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο στεγανός η στεγανή το στεγανό
      γενική του στεγανού της στεγανής του στεγανού
    αιτιατική τον στεγανό τη στεγανή το στεγανό
     κλητική στεγανέ στεγανή στεγανό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι στεγανοί οι στεγανές τα στεγανά
      γενική των στεγανών των στεγανών των στεγανών
    αιτιατική τους στεγανούς τις στεγανές τα στεγανά
     κλητική στεγανοί στεγανές στεγανά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στεγανός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στεγανός < στέγω

Επίθετο[επεξεργασία]

στεγανός, -ή, -ό

  1. που δεν διαπερνιέται από υγρά
  2. (μεταφορικά) (κατ’ επέκταση) που διαχωρίζει δύο τμήματα ή δραστηριότητες μεταξύ τους
  3. (ναυτικός όρος) → δείτε τον όρο  τα στεγανά (ουσιαστικοποιημένο): ειδικές κατασκευές ή τμήματα ενός πλεούμενου που δεν επιτρέπουν τη είσοδο θαλάσσιου ύδατος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα

Πηγές[επεξεργασία]