στεγνός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στεγνός στεγνή στεγνό
γενική στεγνού στεγνής στεγνού
αιτιατική στεγνό στεγνή στεγνό
κλητική στεγνέ στεγνή στεγνό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στεγνοί στεγνές στεγνά
γενική στεγνών στεγνών στεγνών
αιτιατική στεγνούς στεγνές στεγνά
κλητική στεγνοί στεγνές στεγνά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στεγνός < αρχαία ελληνική στεγνός (σε ορισμένες σημασίες: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική sec)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

στεγνός, -ή, -ό

  1. που δεν έχει διαποτιστεί από νερό ή άλλο υγρό, δεν έχει βραχεί
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: βρεγμένος
  2. που του λείπουν υγρά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αφυδατωμένος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ενυδατωμένος
  3. (μεταφορικά) αδυνατισμένος, αποστεωμένος
  4. (μεταφορικά) (λογοτεχνικό) που δεν είναι γλαφυρός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: γλαφυρός
  5. (μεταφορικά) χωρίς συναίσθημα
  6. (μεταφορικά) αχρήματος, αδέκαρος
  7. (μεταφορικά) που δεν έχει πιει καθόλου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: άπιωτος, (αμέθυστος)
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: πιωμένος, (μεθυσμένος)
  8. (μεταφορικά) που δεν έχει κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών ή φαρμάκων
  9. (ουσιαστικοποιημένο) (ναυτικός όρος) (λαϊκότροπο) τα στεγνά: το μέρος ενός πλεούμενου που (υπό φυσιολογικές συνθήκες) δεν έρχεται σε επαφή με το νερό
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: βρεχάμενα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]