Μετάβαση στο περιεχόμενο

στεγνώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στεγνώνω < στεγνός + -ώνω

στεγνώνω

  1. (μεταβατικό) κάνω κάτι να γίνει στεγνό, του αφαιρώ τα υγρά με τα οποία ήταν εμποτισμένο
    μετά το λούσιμο στεγνώνει τα μαλλιά της με το πιστολάκι
  2. (αμετάβατο) αποβάλλω τα υγρά με τα οποία ήμουν εμποτισμένος, γίνομαι στεγνός
    απλώνουμε τα πλυμένα ρούχα στον ήλιο για να στεγνώσουν
      Η περιοχή γύρω από τον τόπο λατρείας είναι γεμάτη ακαθαρσίες καμήλας και χνάρια από σκηνές που ξεστήθηκαν. Δίπλα στο ιερό δέντρο, ο Μπρούνο ανακαλύπτει ένα πηγάδι που δεν έχει μαργέλι και μια υποτυπώδη ποτίστρα. Πλενόμαστε απʼ την κορφή ως τα νύχια και πλένουμε και τα ρούχα μας, τα οποία απλώνουμε να στεγνώσουν πάνω στις καυτές πέτρες.
    Yasmina Khadra, Εξίσωση θανάτου, αρχική δημοσίευση: (2011), μετάφραση: Γιάννης Στρίγκος, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2012, ISBN 9789600355369, @google.gr/books
  3. (μεταφορικά) χάνω τη ζωτικότητά μου
  4. (μεταφορικά) μένω χωρίς λεφτά

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]