στεγνώνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]στεγνώνω
- (μεταβατικό) κάνω κάτι να γίνει στεγνό, του αφαιρώ τα υγρά με τα οποία ήταν εμποτισμένο
- μετά το λούσιμο στεγνώνει τα μαλλιά της με το πιστολάκι
- (αμετάβατο) αποβάλλω τα υγρά με τα οποία ήμουν εμποτισμένος, γίνομαι στεγνός
- απλώνουμε τα πλυμένα ρούχα στον ήλιο για να στεγνώσουν
- ※ Η περιοχή γύρω από τον τόπο λατρείας είναι γεμάτη ακαθαρσίες καμήλας και χνάρια από σκηνές που ξεστήθηκαν. Δίπλα στο ιερό δέντρο, ο Μπρούνο ανακαλύπτει ένα πηγάδι που δεν έχει μαργέλι και μια υποτυπώδη ποτίστρα. Πλενόμαστε απʼ την κορφή ως τα νύχια και πλένουμε και τα ρούχα μας, τα οποία απλώνουμε να στεγνώσουν πάνω στις καυτές πέτρες.
- Yasmina Khadra, Εξίσωση θανάτου, αρχική δημοσίευση: (2011), μετάφραση: Γιάννης Στρίγκος, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2012, ISBN 9789600355369, @google.gr/books
- (μεταφορικά) χάνω τη ζωτικότητά μου
- (μεταφορικά) μένω χωρίς λεφτά
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | στεγνώνω | στέγνωνα | θα στεγνώνω | να στεγνώνω | στεγνώνοντας | |
| β' ενικ. | στεγνώνεις | στέγνωνες | θα στεγνώνεις | να στεγνώνεις | στέγνωνε | |
| γ' ενικ. | στεγνώνει | στέγνωνε | θα στεγνώνει | να στεγνώνει | ||
| α' πληθ. | στεγνώνουμε | στεγνώναμε | θα στεγνώνουμε | να στεγνώνουμε | ||
| β' πληθ. | στεγνώνετε | στεγνώνατε | θα στεγνώνετε | να στεγνώνετε | στεγνώνετε | |
| γ' πληθ. | στεγνώνουν(ε) | στέγνωναν στεγνώναν(ε) |
θα στεγνώνουν(ε) | να στεγνώνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | στέγνωσα | θα στεγνώσω | να στεγνώσω | στεγνώσει | ||
| β' ενικ. | στέγνωσες | θα στεγνώσεις | να στεγνώσεις | στέγνωσε | ||
| γ' ενικ. | στέγνωσε | θα στεγνώσει | να στεγνώσει | |||
| α' πληθ. | στεγνώσαμε | θα στεγνώσουμε | να στεγνώσουμε | |||
| β' πληθ. | στεγνώσατε | θα στεγνώσετε | να στεγνώσετε | στεγνώστε | ||
| γ' πληθ. | στέγνωσαν στεγνώσαν(ε) |
θα στεγνώσουν(ε) | να στεγνώσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω στεγνώσει | είχα στεγνώσει | θα έχω στεγνώσει | να έχω στεγνώσει | ||
| β' ενικ. | έχεις στεγνώσει | είχες στεγνώσει | θα έχεις στεγνώσει | να έχεις στεγνώσει | ||
| γ' ενικ. | έχει στεγνώσει | είχε στεγνώσει | θα έχει στεγνώσει | να έχει στεγνώσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε στεγνώσει | είχαμε στεγνώσει | θα έχουμε στεγνώσει | να έχουμε στεγνώσει | ||
| β' πληθ. | έχετε στεγνώσει | είχατε στεγνώσει | θα έχετε στεγνώσει | να έχετε στεγνώσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν στεγνώσει | είχαν στεγνώσει | θα έχουν στεγνώσει | να έχουν στεγνώσει |
| |