στεναχώρια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στεναχώρια στεναχώριες
γενική στεναχώριας
αιτιατική στεναχώρια στεναχώριες
κλητική στεναχώρια στεναχώριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στεναχώρια < στενοχώρια < ελληνιστική κοινή στενοχωρία (στενός χώρος - όταν δεν είμαστε άνετα σε στενό χώρο, έχουμε αίσθηση δυσφορίας, πιεζόμαστε, πρβλ. «δεν με χωράει ο τόπος...»)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στεναχώρια και στενοχώρια θηλυκό

  1. δυσάρεστη συναισθηματική κατάσταση, δυσφορία, απογοήτευση, δυσαρέσκεια, θλίψη, λύπη, οδύνη, πίκρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]