στενεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στενεύω < στενός + -εύω < αρχαία ελληνική στενός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /stε.ˈnε.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στενεύω (παθητική φωνή: στενεύομαι)

  1. (μεταβατικό) κάνω κάτι (πιο) στενό
    αντώνυμα: φαρδαίνω, πλαταίνω
  2. (αμετάβατο) γίνομαι στενός ή μικρότερος σε διαστάσεις
  3. (μεταβατικό) (μεταφορικά) περιορίζω
  4. (αμετάβατο) περιορίζομαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]