στενογραφία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στενογραφία στενογραφίες
γενική στενογραφίας στενογραφιών
αιτιατική στενογραφία στενογραφίες
κλητική στενογραφία στενογραφίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στενογραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική sténographie < αρχαία ελληνική στενός + γράφω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στενογραφία θηλυκό

  • η γρήγορη και ακριβής μεταφορά του προφορικού λόγου σε μορφή κειμένου. Κάθε λέξη του κειμένου αναπαριστάται ως ξεχωριστός χαρακτήρας και όλα τα σημεία στίξης παραλείπονται εκτός του ερωτηματικού.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]