στενοχωρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στενοχωρία < στενοχωρέω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στενοχωρία θηλυκό

  1. στενός χώρος, στενότητα
  2. (μεταφορικά) στενοχώρια, δυσκολία, θλίψη, δυσχέρεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]