στενότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στενότητα στενότητες
γενική στενότητας στενοτήτων
αιτιατική στενότητα στενότητες
κλητική στενότητα στενότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στενότητα < αρχαία ελληνική στενότης < στενός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στενότητα θηλυκό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]