στερεοϊσομερές
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- στερεοϊσομερές < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική stereoisomer < αρχαία ελληνική στερεός + ἴσος + μέρος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]στερεοϊσομερές ουδέτερο
- (χημεία) χημική ένωση της οποίας τα μόρια, αν και έχουν τον ίδιο μοριακό και συντακτικό τύπο, διαφέρουν ως προς τον τρισδιάστατο προσανατολισμό των ατόμων τους στον χώρο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
stereoisomer στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] στερεοϊσομερές
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αιλουροειδές' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Χημεία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)