στερεότυπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στερεότυπος στερεότυπη στερεότυπο
γενική στερεότυπου στερεότυπης στερεότυπου
αιτιατική στερεότυπο στερεότυπη στερεότυπο
κλητική στερεότυπε στερεότυπη στερεότυπο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στερεότυποι στερεότυπες στερεότυπα
γενική στερεότυπων στερεότυπων στερεότυπων
αιτιατική στερεότυπους στερεότυπες στερεότυπα
κλητική στερεότυποι στερεότυπες στερεότυπα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /stɛ.ɾɛ.ˈɔ.ti.pɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /stɛ.ɾɛ.ˈɔ.ti.pi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /stɛ.ɾɛ.ˈɔ.ti.pɔ/ ουδέτερο

Επίθετο[επεξεργασία]

στερεότυπος, -η, -ο

  1. που τυπώθηκε με τη μέθοδο της στερεοτυπίας
  2. (μεταφορικά) που επαναλαμβάνεται χωρίς αλλαγές, που δεν έχει ποικιλία
  3. (φιλολογία) που έχει τυπωθεί χωρίς ερμηνευτικά σχόλια και περικοπές

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]