στερητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στερητικός στερητική στερητικό
γενική στερητικού στερητικής στερητικού
αιτιατική στερητικό στερητική στερητικό
κλητική στερητικέ στερητική στερητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στερητικοί στερητικές στερητικά
γενική στερητικών στερητικών στερητικών
αιτιατική στερητικούς στερητικές στερητικά
κλητική στερητικοί στερητικές στερητικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στερητικός < στέρηση

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /stɛ.ɾi.ti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /stɛ.ɾi.ti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /stɛ.ɾi.ti.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

στερητικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με τη στέρηση
  2. που προκαλεί στέρηση
  3. (ιατρική) που οφείλεται σε στέρηση:
  4. (γλωσσολογία) στερητικό μόριο: το πρόθημα των σύνθετων λέξεων που δηλώνουν άρνηση, έλλειψη ή στέρηση αυτού που εκφράζει το β' συνθετικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]