Μετάβαση στο περιεχόμενο

στεριά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η στεριά οι στεριές
      γενική της στεριάς των στεριών
    αιτιατική τη στεριά τις στεριές
     κλητική στεριά στεριές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στεριά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στεριά[1] < αρχαία ελληνική στερεά

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /steˈɾʝa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: στεριά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

στεριά θηλυκό

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. στεριά - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)