στεριά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στεριά στεριές
γενική στεριάς στεριών
αιτιατική στεριά στεριές
κλητική στεριά στεριές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στεριά < μεσαιωνική ελληνική στεριά < στερεά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στεριά θηλυκό

  1. επιφάνεια της γης που δεν είναι θάλασσα
    Ο άνθρωπος μπορεί να περπατήσει στη στεριά, αλλά όχι και στη θάλασσα.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]