στεφάνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

στεφάνη < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στεφάνη θηλυκό

  1. αντικείμενο που μοιάζει με στεφάνι
  2. (αστρονομία) εξωτερικό τμήμα του φωτεινού δακτυλίου γύρω από τον ήλιο ή από τη σελήνη κατά την ολική έκλειψη
  3. (γεωμετρία) η επιφάνεια που βρίσκεται μεταξύ δύο άνισων ομόκεντρων περιφερειών
  4. (βοτανική) το σύνολο των πετάλων ενός άνθους
  5. (ανατομία) το τμήμα του δοντιού που εξέχει από τα ούλα
  6. (αθλητισμός) το τέρμα στο μπάσκετ, ο στόχος για την επίτευξη πόντων

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στεφάνη < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στεφάνη θηλυκό

  1. διάδημα
  2. (ελληνιστικό) κυκλικό γείσο