στεφάνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το στεφάνι τα στεφάνια
      γενική του στεφανιού των στεφανιών
    αιτιατική το στεφάνι τα στεφάνια
     κλητική στεφάνι στεφάνια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στεφάνι < αρχαία ελληνική στέφανος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /stɛ.ˈfa.ni/
χριστουγεννιάτικο στεφάνι

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στεφάνι ουδέτερο

  1. αντικείμενο σε μορφή δακτυλίου που κατασκευάζεται από κλαδιά ή μέταλλο, διακοσμείται με άνθη ή μεταλλικά κοσμήματα και δίνεται σε κάποιον να το φορέσει στο κεφάλι ως ένδειξη τιμής, αναγνώρισης, νίκης σε αγώνα κ.λπ., ή κατά την τελετή του γάμου (στέφανο)
    Ἐνίκησεν, ἐκέρδεσεν, ἐπῆρε τὸ Στεφάνι. (Βιτσέντζος Κορνάρος, Ἐρωτόκριτος, Ἑνότητα Γ΄, στ. 365, περίπου 1600)
  2. αντικείμενο από κλαδιά και άνθη που φτιάχνουν την Πρωτομαγιά και το κρεμούν στο σπίτι, ή που προσφέρεται προς τιμήν νεκρών σε κηδείες και τιμητικές επετείους
    Πέρασεν ἀπὸ τὴν Προκυμαῖα ἡ νεκροφόρα του μὲ τέσσερα ἀλόγατα κατάφορτη ἀπὸ στεφάνια. (Νικόλαος Kαρτσωνάκης-Nάκης, Θυμᾶμαι τὴ Σμύρνη, 1972)
  3. ο γάμος, κατ' επέκταση ο/η σύζυγος κάποιου/κάποιας
    Xωρὶς στεφάνι δὲ μ' ἀγγιᾶς. (Δημήτριος Γουζέλης, Ὁ Χάσης, 1790)
    Θα κάνω ό,τι πει το στεφάνι μου.
  4. γκρεμός
    Φωλιάζουν οἱ σταυραϊτοὶ στοῦ βράχου τὰ στεφάνια. (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Φωτεινός, Ἆσμα δεύτερον, περίπου 1879)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. βάζω στεφάνι : νυμφεύομαι, παντρεύομαι
  2. πατάω το στεφάνι μου : διαπράττω μοιχεία
  3. τιμώ το στεφάνι μου : είμαι πιστός στον/στην σύζυγό μου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]