στεφανώνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- στεφανώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στεφανῶ, συνηρημένος τύπος του στεφανόω (περικυκλώνω, τοποθετώ στεφάνι) + -ώνω < στεφάνη
- για το «παντρεύω» < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή στεφανῶ [1]
Ρήμα
[επεξεργασία]στεφανώνω, αόρ.: στεφάνωσα, παθ.φωνή: στεφανώνομαι, π.αόρ.: στεφανώθηκα, μτχ.π.π.: στεφανωμένος
- φοράω στεφάνι σε κάποιον
- (ειδικότερα) παντρεύω
Τους στεφάνωσα σε μιαν εκκλησιά όξου απ' την Αθήνα. (Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)- ※ Δεν είχανε όμως δαχτυλίδια και για τούτο, συνέχισε η αδερφή του Καλλίνικου, έδωσε ο κουμπάρος τη δική του βέρα στον γαμπρό. Η νύφη έκανε δική της βέρα, προκειμένου να στεφανωθεί, ένα χρυσό δαχτυλιδάκι που είχε στο δάχτυλό της. Ούτε και κουφέτα είχανε. Βρέθηκε όμως στο μοναστήρι ρύζι και τους ρίξανε μπόλικο για τα καλορίζικα. (Ρέα Γαλανάκη, Αμίλητα, βαθιά νερά: η απαγωγή της Τασούλας : μυθιστορηματικό Χρονικό, εκδόσεις Καστανιώτη, 2006, σελ. 194)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- δαφνοστεφανώνω
- Όροι με στεφανώνω — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | στεφανώνω | στεφάνωνα | θα στεφανώνω | να στεφανώνω | στεφανώνοντας | |
| β' ενικ. | στεφανώνεις | στεφάνωνες | θα στεφανώνεις | να στεφανώνεις | στεφάνωνε | |
| γ' ενικ. | στεφανώνει | στεφάνωνε | θα στεφανώνει | να στεφανώνει | ||
| α' πληθ. | στεφανώνουμε | στεφανώναμε | θα στεφανώνουμε | να στεφανώνουμε | ||
| β' πληθ. | στεφανώνετε | στεφανώνατε | θα στεφανώνετε | να στεφανώνετε | στεφανώνετε | |
| γ' πληθ. | στεφανώνουν(ε) | στεφάνωναν στεφανώναν(ε) |
θα στεφανώνουν(ε) | να στεφανώνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | στεφάνωσα | θα στεφανώσω | να στεφανώσω | στεφανώσει | ||
| β' ενικ. | στεφάνωσες | θα στεφανώσεις | να στεφανώσεις | στεφάνωσε | ||
| γ' ενικ. | στεφάνωσε | θα στεφανώσει | να στεφανώσει | |||
| α' πληθ. | στεφανώσαμε | θα στεφανώσουμε | να στεφανώσουμε | |||
| β' πληθ. | στεφανώσατε | θα στεφανώσετε | να στεφανώσετε | στεφανώστε | ||
| γ' πληθ. | στεφάνωσαν στεφανώσαν(ε) |
θα στεφανώσουν(ε) | να στεφανώσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω στεφανώσει | είχα στεφανώσει | θα έχω στεφανώσει | να έχω στεφανώσει | ||
| β' ενικ. | έχεις στεφανώσει | είχες στεφανώσει | θα έχεις στεφανώσει | να έχεις στεφανώσει | ||
| γ' ενικ. | έχει στεφανώσει | είχε στεφανώσει | θα έχει στεφανώσει | να έχει στεφανώσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε στεφανώσει | είχαμε στεφανώσει | θα έχουμε στεφανώσει | να έχουμε στεφανώσει | ||
| β' πληθ. | έχετε στεφανώσει | είχατε στεφανώσει | θα έχετε στεφανώσει | να έχετε στεφανώσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν στεφανώσει | είχαν στεφανώσει | θα έχουν στεφανώσει | να έχουν στεφανώσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | στεφανώνομαι | στεφανωνόμουν(α) | θα στεφανώνομαι | να στεφανώνομαι | ||
| β' ενικ. | στεφανώνεσαι | στεφανωνόσουν(α) | θα στεφανώνεσαι | να στεφανώνεσαι | ||
| γ' ενικ. | στεφανώνεται | στεφανωνόταν(ε) | θα στεφανώνεται | να στεφανώνεται | ||
| α' πληθ. | στεφανωνόμαστε | στεφανωνόμαστε στεφανωνόμασταν |
θα στεφανωνόμαστε | να στεφανωνόμαστε | ||
| β' πληθ. | στεφανώνεστε | στεφανωνόσαστε στεφανωνόσασταν |
θα στεφανώνεστε | να στεφανώνεστε | (στεφανώνεστε) | |
| γ' πληθ. | στεφανώνονται | στεφανώνονταν στεφανωνόντουσαν |
θα στεφανώνονται | να στεφανώνονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | στεφανώθηκα | θα στεφανωθώ | να στεφανωθώ | στεφανωθεί | ||
| β' ενικ. | στεφανώθηκες | θα στεφανωθείς | να στεφανωθείς | στεφανώσου | ||
| γ' ενικ. | στεφανώθηκε | θα στεφανωθεί | να στεφανωθεί | |||
| α' πληθ. | στεφανωθήκαμε | θα στεφανωθούμε | να στεφανωθούμε | |||
| β' πληθ. | στεφανωθήκατε | θα στεφανωθείτε | να στεφανωθείτε | στεφανωθείτε | ||
| γ' πληθ. | στεφανώθηκαν στεφανωθήκαν(ε) |
θα στεφανωθούν(ε) | να στεφανωθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω στεφανωθεί | είχα στεφανωθεί | θα έχω στεφανωθεί | να έχω στεφανωθεί | στεφανωμένος | |
| β' ενικ. | έχεις στεφανωθεί | είχες στεφανωθεί | θα έχεις στεφανωθεί | να έχεις στεφανωθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει στεφανωθεί | είχε στεφανωθεί | θα έχει στεφανωθεί | να έχει στεφανωθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε στεφανωθεί | είχαμε στεφανωθεί | θα έχουμε στεφανωθεί | να έχουμε στεφανωθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε στεφανωθεί | είχατε στεφανωθεί | θα έχετε στεφανωθεί | να έχετε στεφανωθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν στεφανωθεί | είχαν στεφανωθεί | θα έχουν στεφανωθεί | να έχουν στεφανωθεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι στεφανωμένος - είμαστε, είστε, είναι στεφανωμένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν στεφανωμένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν στεφανωμένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι στεφανωμένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι στεφανωμένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι στεφανωμένος - να είμαστε, να είστε, να είναι στεφανωμένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ στεφανώνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «δηλώνω»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)