στιφάδο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στιφάδο στιφάδα
γενική στιφάδου στιφάδων
αιτιατική στιφάδο στιφάδα
κλητική στιφάδο στιφάδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στιφάδο < βενετική stufado

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στιφάδο ουδέτερο

  1. φαγητό με κοκκινιστό κρέας και πολλά μικρά κρεμμύδια


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]