στοίχημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το στοίχημα τα στοιχήματα
      γενική του στοιχήματος των στοιχημάτων
    αιτιατική το στοίχημα τα στοιχήματα
     κλητική στοίχημα στοιχήματα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στοίχημα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στοίχημα ουδέτερο

  1. ένα ρίσκο που παίρνει κάποιος αποβλέποντας σε κάποιο κέρδος


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]