στοιχίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στοιχίζω < αρχαία ελληνική στοιχίζω < στοίχος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στοιχίζω, παθητική φωνή στοιχίζομαι

  1. (μεταβατικό) τακτοποιώ ομοειδή πράγματα σε στοίχους, το ένα πίσω από το άλλο
    Ο λοχαγός διέταξε το λοχία να στοιχίσει τους άνδρες του.
  2. (μεταβατικό) κοστίζω, έχω μια ορισμένη αξία, τιμή
    το σπίτι αυτό του στοίχισε μια περιουσία
  3. (αμετάβατο) κοστίζω πολύ
    δυστυχώς οι διακοπές σήμερα στοιχίζουν
  4. (αμετάβατο) (στο γ΄ ενικό, μεταφορικά) προξενώ μεγάλη θλίψη, στενοχώρια
    του στοίχισε πολύ η αποτυχία του στις εξετάσεις
  5. προκαλώ την απώλεια ενός πράγματος
    ο σεισμός στοίχισε πολλές ζωές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]