στολίδιον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ στολίδιον τὰ στολίδι
      γενική τοῦ στολιδίου τῶν στολιδίων
      δοτική τῷ στολιδί τοῖς στολιδίοις
    αιτιατική τὸ στολίδιον τὰ στολίδι
     κλητική ! στολίδιον στολίδι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  στολιδίω
γεν-δοτ τοῖν  στολιδίοιν
2η κλίση, ομάδα «πρόσωπον» Κατηγορία όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στολίδιον < αρχαία ελληνική στολίς + -ίδιον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στολίδιον ουδέτερο

Πηγές[επεξεργασία]