Μετάβαση στο περιεχόμενο

στολιστεί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

στολιστεί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στολίζομαι
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στολίζομαι
  3. θα στολιστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στολίζομαι