στοπ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στοπ < αγγλική stop

Επιφώνημα[επεξεργασία]

στοπ

  1. σταμάτα (ό,τι κάνεις)!
    • στοπ, στοπ, στοπ! ξαναξεκινάμε από την αρχή!
  2. ακινητοποιήσου!, φρένο/φρέναρε!
    • στοπ, μην πλησιάζεις άλλο!
    • στοπ, έρχεται μηχανάκι!

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στοπ ουδέτερο άκλιτο

  1. σήμα του κώδικα οδικής κυκλοφορίας (ΚΟΚ), που σημαίνει πως ο οδηγός πρέπει να σταματήσει και να ελέγξει τη διάβαση πριν περάσει
    • παραβίασα το στοπ
  2. αντικείμενο ή μηχανισμός που χρησιμοποιείται ως αναστολέας διαδρομής, για να ακινητοποιεί κάτι σε μια συγκεκριμένη θέση
    • το στοπ της πόρτας
  3. (στον πληθυντικό) τα πίσω φώτα ενός οχήματος που ανάβουν όταν αυτό φρενάρει
    • δεν ανάβουνε τα στοπ
  4. στα σήματα μορς και στα τηλεγραφήματα, δηλώνει το τέλος πρότασης
    • "Χάσαμε τη θεία, στοπ" (τίτλος θεατρικού έργου του Γ. Διαλεγμένου)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Επιφώνημα[επεξεργασία]

στοπ!

Μεταφράσεις[επεξεργασία]