Μετάβαση στο περιεχόμενο

στουμπανίζω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : τουμπανιάζω, τουμπανίζω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στουμπανίζω < στουμπίζω

στουμπανίζω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • στουμπανίζω - Άννα Αναστασιάδη - Συμεωνίδη (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.  (συντομογραφίες)