στουπί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το στουπί τα στουπιά
      γενική του στουπιού των στουπιών
    αιτιατική το στουπί τα στουπιά
     κλητική στουπί στουπιά
όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στουπί < μεσαιωνική ελληνική στουπί < ελληνιστική κοινή στουππίον < αρχαία ελληνική στυππεῖον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στουπί ουδέτερο

  1. (μηχανολογία): μάζα από ίνες βαμβακιού, λιναριού κλπ.·που χρησιμοποιείται κυρίως στον καθαρισμό από λιπαρές ουσίες {*}
  2. κομμάτι ύφασμα ποτισμένο με εύφλεκτο υγρό που χρησιμοποιείται για την πυροδότηση εμπρηστικών μηχανισμών
  3. (οικείο) μεθυσμένος

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • ιδιαίτερα εύφλεκτο υλικό, ειδικότερα εάν φέρει λίπη - έλαια μετά από καθαρισμό και εγκαταλειφθεί σε χώρο με υψηλή θερμοκρασία, υφίσταται κίνδυνος αυτανάφλεξης.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]