στουπόχαρτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το στουπόχαρτο τα στουπόχαρτα
      γενική του στουπόχαρτου των στουπόχαρτων
    αιτιατική το στουπόχαρτο τα στουπόχαρτα
     κλητική στουπόχαρτο στουπόχαρτα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στουπόχαρτο < στουπί + -ο- + χαρτί + -ο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στουπόχαρτο ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]