στοχαστής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- στοχαστής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή στοχαστής (που στοχεύει, που προσπαθεί να μαντέψει) < στοχάζομαι < στόχος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]στοχαστής αρσενικό
- αυτός που στοχάζεται, που σκέφτεται θεωρητικά ζητήματα ή ασχολείται με θέματα υψηλού προβληματισμού (για τον άνθρωπο, την κοινωνία, τις αξίες, τη ζωή κ.λπ.)
ο Καζαντζάκης υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες στοχαστές του αιώνα- ※ Μέσα στο κλίμα της ρομαντικής μελαγχολίας, ο ήρωας, ο βυρωνικός, ο στοχαστής, ο ποιητής δεν είχε άλλο τρόπο να αποδείξει το υπαρξιακό βάθος και την αγωνία του, την αισθητική και την ευαισθησία του, παρά μόνο με την «αριστοκρατική» μελαγχολία, την απόσταση από τα εγκόσμια, τη ρομαντική ανία (Μίμης Ανδρουλάκης, Μν, γυναικείο αντιμυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 160)
- ο συνειδητά σκεπτόμενος
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] στοχαστής
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | στοχαστής | οἱ | στοχασταί |
| γενική | τοῦ | στοχαστοῦ | τῶν | στοχαστῶν |
| δοτική | τῷ | στοχαστῇ | τοῖς | στοχασταῖς |
| αιτιατική | τὸν | στοχαστήν | τοὺς | στοχαστᾱ́ς |
| κλητική ὦ! | στοχαστᾰ́ | στοχασταί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | στοχαστᾱ́ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | στοχασταῖν | ||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'ποιητής' όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- στοχαστής < αρχαία ελληνική στοχάζομαι, στοχασ- + -τής < στόχος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]στοχαστής, -οῦ αρσενικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τις λέξεις στοχάζομαι και στόχος
Πηγές
[επεξεργασία]- στοχαστής - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- στοχαστής - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ποιητής' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Δημιουργία λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με επίθημα -τής (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)