Μετάβαση στο περιεχόμενο

στοχαστούν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

στοχαστούν

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στοχάζομαι
  2. θα στοχαστούν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στοχάζομαι