στο βρόντο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- στο βρόντο < → λείπει η ετυμολογία
Έκφραση
[επεξεργασία]στο βρόντο
- μάταια, χωρίς αποτέλεσμα
- (κατ’ επέκταση) χωρίς συγκεκριμένο στόχο, στην τύχη