στο παρά πέντε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στο παρά πέντε < βλέπε στο, παρά, πέντε, σχετίζεται με την ανάγνωση της ώρας, όπου «παρά πέντε» εννοείται πέντε λεπτά πριν την συμπλήρωση ακέραιας ώρας.


Έκφραση[επεξεργασία]

στο παρά πέντε

  1. η ενέργεια την τελευταία στιγμή πριν εκπνεύσει κάποια προθεσμία ή συμβεί κάποιο χρονικά καθορισμένο γεγονός
    «υπέβαλα την αίτηση στο παρά πέντε»
    «πρόλαβε και μπήκε στο πλοίο στο παρά πέντε»

δημώδης ελληνική έκφραση με την οποία γενικά χαρακτηρίζονται χρονικά οι πράξεις που μόλις και προλαβαίνουν και γίνονται τη τελευταία στιγμή, συνήθως τακτής προθεσμίας

Συνώνυμα[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]