Μετάβαση στο περιεχόμενο

στράτευμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το στράτευμα τα στρατεύματα
      γενική του στρατεύματος των στρατευμάτων
    αιτιατική το στράτευμα τα στρατεύματα
     κλητική στράτευμα στρατεύματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στράτευμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στράτευμα[1] < στρατεύω (< στρατός)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈstɾatevma/
τυπογραφικός συλλαβισμός : στρά‐τευ‐μα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

στράτευμα ουδέτερο (στρατιωτικός όρος)

  1. οι στρατιωτικές μονάδες (μιας χώρας) ως σύνολο
    ≈ συνώνυμα: στρατός
  2. (συνήθως στον πληθυντικό) σύνολο από στρατιωτικές μονάδες μεγάλου μεγέθους
    ※  παρακολουθούσε συναρπασμένος την προέλασή τους. Τὰ πέρασαν τὰ σύνορα! Φτάσανε στη Δράμα! Φτάσανε στην Καβάλα! -Αὔριο θάναι στη Θεσσαλονίκη - πανηγύριζε ὁ λαός. Όλοι νοιώθαμε μιὰ ἐγγύηση σ' αὐτὴ τὴν προέλαση. Καὶ ξάφνου! Τὰ σοβιετικά στρατεύματα ὄχι μόνο στη Θεσσαλονίκη δεν έφτασαν, αλλά μαθαίνουμε, αποσύρθηκαν ξανά πέρα απ' τα σύνορα. (Μήτσος Ν. Δημητρίου-Νικηφόρος, Αντάρτες στα βουνά της Ρούμελης: Χρονικό 1930-1944, τόμος 3, 1965, σελ. 339)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]