Μετάβαση στο περιεχόμενο

στράτευση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η στράτευση οι στρατεύσεις
      γενική της στράτευσης* των στρατεύσεων
    αιτιατική τη στράτευση τις στρατεύσεις
     κλητική στράτευση στρατεύσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, στρατεύσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στράτευση < αρχαία ελληνική στράτευσις < στρατεύω < στρατός (2. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική engagement)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

στράτευση θηλυκό

  1. (κυριολεκτικά) η κατάταξη για υπηρέτηση της στρατιωτικής θητείας στον στρατό
  2. (μεταφορικά, λόγιο) η ένταξη σε ομάδα ατόμων που αγωνίζονται για κάποιο σκοπό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]