στρέφομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρέφομαι < παθητική φωνή του ρήματος στρέφω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στρέφομαι

  1. στρέφω τον εαυτό μου προς μια ορισμένη κατεύθυνση, γυρίζω, στρίβω
    στράφηκε προς τα δεξιά
  2. (μεταφορικά)
    ξεκίνησε να σπουδάζει νομικά, αλλά σύντομα το ενδιαφέρον του στράφηκε προς τη φιλοσοφία


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]