στρίγγλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρίγγλα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρίγγλα

  1. (μυθολογία) στοιχειό της λαϊκής παράδοσης
  2. πολύ ιδιότροπη γυναίκα
η στρίγγλα που έγινε αρνάκι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]