στρίφωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στρίφωμα στριφώματα
γενική στριφώματος στριφωμάτων
αιτιατική στρίφωμα στριφώματα
κλητική στρίφωμα στριφώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρίφωμα < στριφώνω + -μα < μεσαιωνική ελληνική στρίφω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρίφωμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού στριφώνω
  2. το γυρισμένο και ραμμένο τμήμα τού κάτω μέρους ενός υφάσματος ή ρούχου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]