στραβάδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στραβάδι στραβάδια
γενική στραβαδιού στραβαδιών
αιτιατική στραβάδι στραβάδια
κλητική στραβάδι στραβάδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στραβάδι < στραβός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στραβάδι ουδέτερο

  1. αυτός που δεν μπορεί να δει καλά
  2. αυτός που κάνει κάτι επικίνδυνο από απροσεξία
  3. ο νεοσύλλεκτος, ο νέος στο στρατό
  4. ο καινούργιος, αυτός που δεν ξέρει καλά μια δουλειά


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]