Μετάβαση στο περιεχόμενο

στραβοκοιτάξει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

στραβοκοιτάξει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στραβοκοιτάζω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβοκοιτάζω
  3. θα στραβοκοιτάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στραβοκοιτάζω