Μετάβαση στο περιεχόμενο

στραβοκοιτάξουμε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

στραβοκοιτάξουμε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραβοκοιτάζω
  2. θα στραβοκοιτάξουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στραβοκοιτάζω