στραγάλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το στραγάλι τα στραγάλια
      γενική του στραγαλιού των στραγαλιών
    αιτιατική το στραγάλι τα στραγάλια
     κλητική στραγάλι στραγάλια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στραγάλι < μεσαιωνική ελληνική στραγάλιν < αρχαία ελληνική άστραγάλιον, υποκοριστικό του άστράγαλος
ή
στραγάλι < αρχαία ελληνική τρωγάλιον < τρώγω
Leb lebi.JPG

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στραγάλι ουδέτερο

  • ξηρός καρπός, ρεβίθι ξεροψημένο και αλατισμένο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]