Μετάβαση στο περιεχόμενο

στραγγίξει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

στραγγίξει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στραγγίζω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στραγγίζω
  3. θα στραγγίξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στραγγίζω