στραγγαλισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο στραγγαλισμός οι στραγγαλισμοί
      γενική του στραγγαλισμού των στραγγαλισμών
    αιτιατική τον στραγγαλισμό τους στραγγαλισμούς
     κλητική στραγγαλισμέ στραγγαλισμοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στραγγαλισμός < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στραγγαλισμός αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]