στρατηγικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στρατηγικός στρατηγική στρατηγικό
γενική στρατηγικού στρατηγικής στρατηγικού
αιτιατική στρατηγικό στρατηγική στρατηγικό
κλητική στρατηγικέ στρατηγική στρατηγικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στρατηγικοί στρατηγικές στρατηγικά
γενική στρατηγικών στρατηγικών στρατηγικών
αιτιατική στρατηγικούς στρατηγικές στρατηγικά
κλητική στρατηγικοί στρατηγικές στρατηγικά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρατηγικός < αρχαία ελληνικά, στρατηγικός


Επίθετο[επεξεργασία]

στρατηγικός

  • που έχει σχέση με τη στρατηγική ή που στηρίζεται σε αυτή, σε αντιδιαστολή προς τη λέξη τακτικός
  1. που αφορά το σχεδιασμό μιας στρατιωτικής επιχείρησης:
    στρατηγικός στόχος
  2. (μεταφορικά) που αφορά το γενικό σχεδιασμό και το συντονισμό των ενεργειών που είναι απαραίτητες για την επιτυχία ενός σκοπού:
    έχει στρατηγική θέση στην κυβέρνηση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]