στρατιώτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στρατιώτης στρατιώτες
γενική στρατιώτη στρατιωτών
αιτιατική στρατιώτη στρατιώτες
κλητική στρατιώτη στρατιώτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρατιώτης < αρχαία ελληνική στρατιώτης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /stɾa.ti.ˈɔ.tis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρατιώτης αρσενικό

  1. κάποιος που υπηρετεί στο στρατό (κυρίως στο στρατό ξηράς) και έχει τον κατώτατο βαθμό στη στρατιωτική ιεραρχία
    φαντάρος (οικείο)
  2. (ειδικότερα) πολίτης που υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: φαντάρος
  3. (κατ’ επέκταση) οποιοσδήποτε στρατιωτικός, ανεξαρτήτως βαθμού (με την έννοια ότι η στρατιωτική του υπηρεσία έχει γι' αυτόν πολύ μεγάλη σημασία)
  4. το απλό πιόνι στο σκάκι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική στρατιώτης στρατιώτα στρατιῶται
Γενική στρατιώτου στρατιώταιν στρατιωτῶν
Δοτική στρατιώτ στρατιώταιν στρατιώταις
Αιτιατική στρατιώτην στρατιώτα στρατιώτας
Κλητική στρατιῶτα στρατιώτα στρατιῶται

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρατιώτης < στρατός + κατάληξη αρσενικού -ιώτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρατιώτης αρσενικό

  1. πολίτης σε στρατιωτική υπηρεσία
  2. (γενικότερα) στρατιώτης, πολεμιστής
  3. (μεταγενέστερη ελληνική ) μισθοφόρος
  4. ποτάμιος στρατιώτης: αιγυπτιακό υδρόβιο φυτό

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές [επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 1437