στρατοκόπος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στρατοκόπος στρατοκόποι
γενική στρατοκόπου στρατοκόπων
αιτιατική στρατοκόπο στρατοκόπους
κλητική στρατοκόπε στρατοκόποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρατοκόπος < στράτα + -κόπος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρατοκόπος αρσενικό

όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα καθώς ο στρατοκόπος που συνήθισε ν' αναμετρά το δρόμο του με τ' άστρα (Γ.Σεφέρης, Ένας γέροντας στην ακροποταμιά)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]