στρατολογώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρατολογώ < στρατός + -λογώ (=κατατάσσω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στρατολογώ

  1. εντάσσω νεοσύλλεκτους στις ένοπλες δυνάμεις
  2. προσελκύω οπαδούς και νέα στελέχη σε ένα πολιτικό κόμμα, οργάνωση ή ιδεολογία


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]