στρεπτόκοκκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στρεπτόκοκκος στρεπτόκοκκοι
γενική στρεπτοκόκκου
& στρεπτόκοκκου
στρεπτοκόκκων
& στρεπτόκοκκων
αιτιατική στρεπτόκοκκο στρεπτοκόκκους
& στρεπτόκοκκους
κλητική στρεπτόκοκκε στρεπτόκοκκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρεπτόκοκκος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική streptocoque < αρχαία ελληνική στρεπτός + κόκκος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρεπτόκοκκος αρσενικό

  • (βιολογία) ένα gram-θετικό βακτήριο, πολλά είδη του οποίου απαντώνται στην στοματική κοιλότητα ή στα έντερα χωρίς να προκαλούν λοίμωξη, άλλα όμως είναι παθογόνα και επικίνδυνα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]