στριμόκωλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στριμόκωλος στριμόκωλη στριμόκωλο
γενική στριμόκωλου στριμόκωλης στριμόκωλου
αιτιατική στριμόκωλο στριμόκωλη στριμόκωλο
κλητική στριμόκωλε στριμόκωλη στριμόκωλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στριμόκωλοι στριμόκωλες στριμόκωλα
γενική στριμόκωλων στριμόκωλων στριμόκωλων
αιτιατική στριμόκωλους στριμόκωλες στριμόκωλα
κλητική στριμόκωλοι στριμόκωλες στριμόκωλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στριμόκωλος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

στριμόκωλος

  1. ο περιορισμένος στο χώρο, ο στενεμένος
  2. που παρουσιάζει δυσκολία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]