στρόβιλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στρόβιλος στρόβιλοι
γενική στροβίλου στροβίλων
αιτιατική στρόβιλο στροβίλους
κλητική στρόβιλε στρόβιλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρόβιλος < ελληνιστική κοινή στρόβιλος < αρχαία ελληνική στρόβος < στρέφω (1.σημασιολογικό δάνειο από γαλλική turbine)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈstɾɔ.vi.lɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρόβιλος αρσενικό

  1. (τεχνολογία) η τουρμπίνα
  2. (μετεωρολογία) δίνη ανέμου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανεμοστρόβιλος
  3. (υδρολογία) δίνη νερού
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: νεροστρόβιλος, ρουφήχτρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]