στρόβιλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στρόβιλος στρόβιλοι
γενική στροβίλου στροβίλων
αιτιατική στρόβιλο στροβίλους
κλητική στρόβιλε στρόβιλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρόβιλος για τη μετεωρολογία και φυσική < (λόγιο) ελληνιστική κοινή στρόβιλος < αρχαία ελληνική στρόβος < στρέφω
για την τεχνολογία < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική turbine[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈstɾɔ.vi.lɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρόβιλος αρσενικό

  1. (τεχνολογία) η τουρμπίνα
  2. (μετεωρολογία) δίνη ανέμου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανεμοστρόβιλος
  3. (υδρολογία) δίνη νερού
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: νεροστρόβιλος, ρουφήχτρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. στρόβιλος στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.