Μετάβαση στο περιεχόμενο

στρύχνος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο στρύχνος οι στρύχνοι
      γενική του στρύχνου των στρύχνων
    αιτιατική τον στρύχνο τους στρύχνους
     κλητική στρύχνε στρύχνοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στρύχνος < ελληνιστική κοινή στρύχνος[1] / στρύχνον[1] < προελληνική [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈstɾi.xnos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: στρύχνος
Strychnos nux-vomica

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

στρύχνος αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική στρύχνος οἱ στρύχνοι
      γενική τοῦ στρύχνου τῶν στρύχνων
      δοτική τῷ στρύχν τοῖς στρύχνοις
    αιτιατική τὸν στρύχνον τοὺς στρύχνους
     κλητική ! στρύχνε στρύχνοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  στρύχνω
γεν-δοτ τοῖν  στρύχνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στρύχνος < προελληνική [3]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /strý.kʰnos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: στρύχνος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

στρύχνος αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 στρύχνος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  2. Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.
  3. Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.