στρώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρώνω < μεσαιωνική ελληνική στρώνω < ελληνιστική κοινή στρωννύω < αρχαία ελληνική στρώννυμι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στρώνω, πρτ.: έστρωνα, στ.μέλλ.: θα στρώσω, αόρ.: έστρωσα, παθ.φωνή: στρώνομαι, παθ.φωνή:, π.αόρ.: στρώθηκα, μτχ.π.π.: στρωμένος

  1. απλώνω κάτι σε μια επιφάνεια καλύπτοντάς την
    έστρωσα το τραπεζομάντηλο για να φάμε
  2. καλύπτω μια επιφάνεια απλώνοντας κάτι επάνω της
    θα στρώσει την αυλή με πλάκες Καρύστου
  3. στρώνω το δρόμο: προσφέρω κάτι έτοιμο σε κάποιον, προετοιμάζω κάτι για κάποιον
    με τις αλλεπάλληλες παρατηρήσεις της μου έστρωσε το δρόμο για να καταλάβω
  4. τοποθετώ ή συγυρίζω τα σκεπάσματα (στο κρεβάτι)
    στρώσαμε μαζί το κρεβάτι την τελευταία φορά
  5. συμμορφώνω, κάνω κάποιον να φέρεται σωστά
    δε θα κάνεις ό,τι θέλεις, θα σε στρώσω!
  6. στρώνω κάποιον (στη δουλειά): αναγκάζω κάποιον να γίνει εργατικός ή να δουλέψει περισσότερο
    αφού δε διαβάζει, θα τον στρώσω να δουλέψει
  7. έχω καλή εφαρμογή (για ρούχα, υφάσματα)
    σου στρώνει ωραία αυτό το πουκάμισο
  8. γίνομαι καλύτερος, βελτιώνομαι, ενεργώ όπως πρέπει
    νέος είναι, θα στρώσει!
  9. γίνομαι καλύτερος, βελτιώνομαι (για τον καιρό)
    θέλεις να πάμε βόλτα, όταν στρώσει ο καιρός;
  10. τό 'στρωσε: το χιόνι κάλυψε το έδαφος
  11. επιδίδομαι με ζήλο σε κάτι, αφοσιώνομαι
    στρώθηκε στο διάβασμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]