στυππίον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική στυππίον στυππίω στυππία
Γενική στυππίου στυππίοιν στυππίων
Δοτική στυππί στυππίοιν στυππίοις
Αιτιατική στυππίον στυππίω στυππία
Κλητική στυππίον στυππίω στυππία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στυππίον < στύπη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στυππίον (& στυππεῖον & στυπεῖον)

  1. στουπί
  2. χοντρό σχοινί από ακατέργαστο λινάρι
    πολλαῖς δ' αὐτῶν χεῖρες προσήρτηντο πυρφόροι στυππία πολλῇ πίττῃ λελιπασμένα περὶ αὑτὰς ἔχουσαι (Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, Ρωμαϊκή Ἀρχαιολογία, 20, 1, 7)
  3. καννάβι