στυππεῖον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική στυππεῖον στυππείω στυππεῖα
Γενική στυππείου στυππείοιν στυππείων
Δοτική στυππεί στυππείοιν στυππείοις
Αιτιατική στυππεῖον στυππείω στυππεῖα
Κλητική στυππεῖον στυππείω στυππεῖα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στυππεῖον < στύπη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στυππεῖον (& στυπεῖον & στυππίον)

  1. στουπί
  2. χοντρό σχοινί από ακατέργαστο λινάρι
    πρὸς δὲ τούτοις οὐδ' ἐν τῷ Πειραιεῖ ὄντα ἄφθονα ὀθόνια καὶ στυππεῖον καὶ σχοινία, οἷς κατασκευάζεται τριήρης (Δημοσθένης, Κατά Ευέργου και Μνησιβούλου (47), 20, 5)
  3. καννάβι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]